υπερήφανος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υπερήφανος υπερήφανη υπερήφανο
γενική υπερήφανου υπερήφανης υπερήφανου
αιτιατική υπερήφανο υπερήφανη υπερήφανο
κλητική υπερήφανε υπερήφανη υπερήφανο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπερήφανοι υπερήφανες υπερήφανα
γενική υπερήφανων υπερήφανων υπερήφανων
αιτιατική υπερήφανους υπερήφανες υπερήφανα
κλητική υπερήφανοι υπερήφανες υπερήφανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερήφανος < αρχαία ελληνική ὑπερήφανος < ὑπέρ + φαίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pɛ.ˈɾi.fa.nɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υπερήφανος, -η, -ο

  1. που έχει υπερηφάνεια, που δεν θέλει να τον μειώνουν, να τον υποτιμούν, να τον θίγουν, να του κάνουν παρατηρήσεις
    δεν θα δεχτεί ελεημοσύνη, είναι υπερήφανος άνθρωπος
  2. που αισθάνεται χαρά και τιμή για κάτι, τιμά και τιμάται ιδιαίτερα από κάτι
    είναι υπερήφανος για τα παιδιά του/την καταγωγή του/τους γονείς του/την πατρίδα του
  3. ο αλαζών, που υπερεκτιμά τον εαυτό του ή κάτι δικό του, που είναι εύθικτος και προσβάλλεται εύκολα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]