εύθικτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εύθικτος εύθικτη εύθικτο
γενική εύθικτου εύθικτης εύθικτου
αιτιατική εύθικτο εύθικτη εύθικτο
κλητική εύθικτε εύθικτη εύθικτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εύθικτοι εύθικτες εύθικτα
γενική εύθικτων εύθικτων εύθικτων
αιτιατική εύθικτους εύθικτες εύθικτα
κλητική εύθικτοι εύθικτες εύθικτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εύθικτος < αρχαία ελληνική εὔθικτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εύθικτος, -η, -ο

  • (λόγιο) που θίγεται εύκολα, που συχνά θεωρεί προσβλητικά λόγια ή συμπεριφορές των άλλων απέναντί του

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]