Μετάβαση στο περιεχόμενο

touchy

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

touchy (en)

  1. (για καταστάσεις) ευαίσθητος, ασταθής, που χρειάζεται μεγάλη προσοχή στους χειρισμούς
  2. (για πρόσωπα) εύθικτος, υπερευαίσθητος