ευαίσθητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευαίσθητος ευαίσθητη ευαίσθητο
γενική ευαίσθητου ευαίσθητης ευαίσθητου
αιτιατική ευαίσθητο ευαίσθητη ευαίσθητο
κλητική ευαίσθητε ευαίσθητη ευαίσθητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευαίσθητοι ευαίσθητες ευαίσθητα
γενική ευαίσθητων ευαίσθητων ευαίσθητων
αιτιατική ευαίσθητους ευαίσθητες ευαίσθητα
κλητική ευαίσθητοι ευαίσθητες ευαίσθητα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευαίσθητος < αρχαία ελληνική εὐαίσθητος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική sensible)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈvɛ.sθi.tɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

ευαίσθητος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]