μετριόφρων
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | μετριόφρων & μετριόφρονας |
η | μετριόφρων | το | μετριόφρον |
| γενική | του | μετριόφρονος & μετριόφρονα |
της | μετριόφρονος | του | μετριόφρονος |
| αιτιατική | τον | μετριόφρονα | τη | μετριόφρονα | το | μετριόφρον |
| κλητική | μετριόφρων & μετριόφρονα |
μετριόφρων | μετριόφρον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | μετριόφρονες | οι | μετριόφρονες | τα | μετριόφρονα |
| γενική | των | μετριοφρόνων | των | μετριοφρόνων | των | μετριοφρόνων |
| αιτιατική | τους | μετριόφρονες | τις | μετριόφρονες | τα | μετριόφρονα |
| κλητική | μετριόφρονες | μετριόφρονες | μετριόφρονα | |||
| Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές. | ||||||
| ομάδα '-ων-ονας', Κατηγορία όπως «μετριόφρων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μετριόφρων < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μετριόφρων[1] (< αρχαία ελληνική φρήν)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.tɾiˈo.fɾon/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐τρι‐ό‐φρων
Επίθετο
[επεξεργασία]μετριόφρων, -ων, -ον (σχηματίζει τα παραθετικά περιφραστικά)
- που δεν έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και δεν του αρέσει να προβάλλεται ή να υπερτονίζει το έργο του και τις αρετές του
- ※ Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφρονούμε ... (Ιστορικά, τ. 14, 2002, σελ. 33)
- ≈ συνώνυμα: ταπεινός, σεμνός
- άλλες μορφές: μετριόφρονας
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μετριόφρων - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα '-ων-ονας' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μετριόφρων' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)