μετριόφρων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετριόφρων < μέτριος + -φρων (< αρχαία ελληνική φρήν)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ.tɾi.ˈɔ.fɾɔn/ αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μετριόφρων, -ων, -ον

  • που δεν έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και δεν του αρέσει να προβάλλεται ή να υπερτονίζει το έργο του και τις αρετές του


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]