μετριότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μετριότητα οι μετριότητες
      γενική της μετριότητας των μετριοτήτων
    αιτιατική τη μετριότητα τις μετριότητες
     κλητική μετριότητα μετριότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετριότητα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μετριότητα θηλυκό

Η ουδέτερη στάση/τρόπος ζωής που κυμαίνεται ανάμεσα στο καλό και στο κακό, χωρίς να είναι κάτι από αυτά. Πολλές φορές συνδέεται και με την ηττοπάθεια, την ταπεινότητα.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]