άτολμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἄτολμος, παράτολμος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άτολμος άτολμη άτολμο
γενική άτολμου άτολμης άτολμου
αιτιατική άτολμο άτολμη άτολμο
κλητική άτολμε άτολμη άτολμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άτολμοι άτολμες άτολμα
γενική άτολμων άτολμων άτολμων
αιτιατική άτολμους άτολμες άτολμα
κλητική άτολμοι άτολμες άτολμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άτολμος < αρχαία ελληνική ἄτολμος < ἀ- + τόλμη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.tol.mos/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άτολμος, -η, -ο

  1. που δεν έχει τόλμη, που δειλιάζει, που διστάζει
  2. (για ενέργεια, σχέδιο κ.λπ.) που φανερώνει ατολμία, έλλειψη τόλμης

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]