παράτολμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελληνιστική λέξη < πρόθημα παρα- + ουσιαστικό τόλμη

Επίθετο[επεξεργασία]

παράτολμος

  • αυτός που είναι έτοιμος να διακινδυνεύσει, αυτός που δείχνει υπερβολική τόλμη
  • αυτός που απαιτεί υπερβολική τόλμη
παράτολμη ενέργεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]