τόλμη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τόλμη τόλμες
γενική τόλμης
αιτιατική τόλμη τόλμες
κλητική τόλμη τόλμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τόλμη < ελληνιστική κοινή τόλμη < αρχαία ελληνική τόλμα / τόλμη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τόλμη θηλυκό

  1. το ξεπέρασμα του φόβου του κινδύνου και η αποφασιστική δράση
  2. (κατ’ επέκταση) αναίδεια, θράσος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]