audacity

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

audacity (en)

  1. προσβλητικό θάρρος, θράσος
  2. τόλμη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]