θράσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θράσος < αρχαία ελληνική θράσος / θάρσος / θάρρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈθɾa.sɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θράσος ουδέτερο μόνο στον ενικό

  • η αρνητική μορφή θάρρους για επιδίωξη στόχων με προσωπικό όφελος, ύπουλα και αθέμιτα μέσα. Συχνά προσβάλλει και αδικεί,.
Δεν φτάνει που με εξαπάτησες, έχεις και το θράσος να μου ζητάς και τα ρέστα!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]