σθένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σθένος τα σθένη
      γενική του σθένους των σθενών
    αιτιατική το σθένος τα σθένη
     κλητική σθένος σθένη
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σθένος <
  1. αρχαία ελληνική σθένος
  2. (χημεία) απόδοση του αγγλικού valency

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σθένος ουδέτερο

  1. η ψυχική δύναμη
     συνώνυμα: θάρρος, τόλμη, αντοχή
    αντώνυμα: ψυχική αδυναμία, ατολμία, μικροψυχία
  2. (χημεία) αριθμός που εκφράζει τη συμπεριφορά ενός χημικού στοιχείου, όταν αυτό σχηματίζει χημικές ενώσεις· ισούται με τον αριθμό ατόμων υδρογόνου με τα οποία μπορεί να ενωθεί ένα άτομο του εξεταζόμενου στοιχείου
    το χημικό σθένος του οξυγόνου είναι 2, καθώς απαιτούνται 2 άτομα υδρογόνου και 1 άτομο οξυγόνου για να σχηματιστεί ένα μόριο νερού


Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • παντί σθένει

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σθένος ουδέτερο

  1. δύναμη, ισχύς
  2. δύναμη, ρώμη κάθε είδους, τόσο ηθική όσο και σωματική
  3. στρατιωτική ισχύς, δύναμη, υπεροχή σε ετοιμοπόλεμους άνδρες
  4. (μεταφορικώς) αφθονία
  5. χρησιμοποιήται περιφραστικά όπως τα βίη, ἴς, μένος