force

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
force forces

force (en)

  • η δύναμη
    He hit his hand on the table with force.
    Χτύπησε με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι.
    May the force be with you.
    Μακάρι η δύναμη να είναι μαζί σου.

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας force
γ΄ ενικό ενεστώτα forces
αόριστος forced
παθητική μετοχή forced
ενεργητική μετοχή forcing

force (en)

  • (μεταβατικό) αναγκάζω, εξαναγκάζω, επιβάλλω, καταναγκάζω, υποχρεώνω, ωθώ, τον κάνω να κάνει κάτι
    I did not want to resign but they forced me to.
    Δεν ήθελα να παραιτηθώ αλλά με ανάγκασαν.
    They forced him to go.
    Τον εξανάγκασαν να πάει.
    Do not try to force your ideas on us.
    Μην προσπαθείς να μας επιβάλλεις τις ιδέες σου.
    I am forcing someone to marry.
    Καταναγκάζω κάποιον να παντρευτεί.
    The law forces parents to send their children to school.
    Ο νόμος υποχρεώνει τους γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο.
    He was forced into crime by poverty.
    Ωθήθηκε στο έγκλημα από τη φτώχεια.
     συνώνυμα: compel, coerce, impel, make

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɔʁs/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
force forces

force (fr) θηλυκό


Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικά[επεξεργασία]