ισχύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἰσχύς

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ισχύς οι ισχύες
      γενική της ισχύος των ισχύων
    αιτιατική την ισχύ τις ισχύς
     κλητική ισχύ ισχύες
Κατηγορία όπως «ισχύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισχύς <
  1. αρχαία ελληνική ἰσχύς
  2. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική power

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ισχύς θηλυκό

  1. η δύναμη
    Είναι πολιτικός με μεγάλη ισχύ.
  2. το κύρος
    Πολλοί τεχνικοί κανονισμοί έχουν ισχύ νόμου.
  3. η εγκυρότητα
    Αυτή η διάταξη δεν είναι πια σε ισχύ.
  4. (φυσική) ο ρυθμός (παραγωγής, εκπομπής, μετάδοσης, απορρόφησης, κατανάλωσης κτλ.) ενέργειας συναρτήσει του χρόνου
    μονάδα μέτρησης της ισχύος, στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων είναι το βατ (1 W)


Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στη φυσική η ισχύς είναι εντελώς διαφορετικό μέγεθος από τη δύναμη και δεν πρέπει να συγχέεται με αυτήν.


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]