ανίσχυρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀνίσχυρος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανίσχυρος ανίσχυρη ανίσχυρο
γενική ανίσχυρου ανίσχυρης ανίσχυρου
αιτιατική ανίσχυρο ανίσχυρη ανίσχυρο
κλητική ανίσχυρε ανίσχυρη ανίσχυρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανίσχυροι ανίσχυρες ανίσχυρα
γενική ανίσχυρων ανίσχυρων ανίσχυρων
αιτιατική ανίσχυρους ανίσχυρες ανίσχυρα
κλητική ανίσχυροι ανίσχυρες ανίσχυρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανίσχυρος < ελληνιστική κοινή ἀνίσχυρος < αρχαία ελληνική ἰσχυρός < ἰσχύς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανίσχυρος, -η, -ο

  1. που δεν έχει ισχύ
  2. (νομικός όρος) άκυρος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]