κύρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κῦρος, Κύρος, Κῦρος, κυρός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το κύρος
      γενική του κύρους
    αιτιατική το κύρος
     κλητική κύρος
όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κύρος < (λόγιο) αρχαία ελληνική κῦρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κύρος ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  1. επιβολή που ασκεί κάποιος λόγω της ανωτερότητάς του
  2. ισχύς, εγκυρότητα
  3. γενική αποδοχή της αξίας κάποιου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]