Κύρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Κῦρος, κύρος, κῦρος, κυρός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Κύρος οι Κύροι
      γενική του Κύρου των Κύρων
    αιτιατική τον Κύρο τους Κύρους
     κλητική Κύρε Κύροι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Κύρος < αρχαία ελληνική Κῦρος < αρχαία περσική 𐎤𐎢𐎽𐎢𐏁 (kuruš)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Κύρος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. (ιστορία) όνομα βασιλέων της αρχαίας Περσίας

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

επίσης

  • Κύρα (όνομα, γυναικείο)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]