moc

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɔʦ̑/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

moc (pl) θηλυκό

  1. η δύναμη, η ισχύς
  2. (φυσική), (μαθηματικά), (νομικός όρος) η ισχύς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Τσεχικά (cs) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

moc (cs) αρσενικό

  1. η δύναμη, η ισχύς
  2. η αρχή, η εξουσία

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

moc (cs)

  1. πολύ