ενισχύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενισχύω < αρχαία ελληνική ἐνισχύω < ἐν + ἰσχύω < ἰσχύς

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενισχύω (παθητική φωνή: ενισχύομαι)

  1. κάνω κάτι πιο ισχυρό, πιο ανθεκτικό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ισχυροποιώ, ενδυναμώνω
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: εξασθενίζω, αποδυναμώνω
  2. (κατ’ επέκταση) μεγαλώνω, αυξάνω
  3. (μεταφορικά) βοηθώ, στηρίζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]