ενισχύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενισχύω < αρχαία ελληνική ἐνισχύω < ἐν + ἰσχύω < ἰσχύς

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενισχύω (παθητική φωνή: ενισχύομαι)

  1. κάνω κάτι πιο ισχυρό, πιο ανθεκτικό
    συνώνυμα: ισχυροποιώ, ενδυναμώνω
    αντώνυμα: εξασθενίζω, αποδυναμώνω
  2. (κατ’ επέκταση) μεγαλώνω, αυξάνω
  3. (μεταφορικά) βοηθώ, στηρίζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]