εξασθενίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐξασθενῶ, εξασθενώ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξασθενίζω < αρχαία ελληνική ἐξασθενέω / ἐξασθενῶ < σθένος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ksa.sθε.ˈni.zɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

εξασθενίζω

  1. κάνω κάτι πιο ασθενές, του μειώνω την ένταση ή την αποτελεσματικότητα
  2. γίνομαι πιο ασθενής, χάνω την ένταση ή την αποτελεσματικότητα

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]