weaken
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | weaken |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | weakens |
| αόριστος | weakened |
| παθητική μετοχή | weakened |
| ενεργητική μετοχή | weakening |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]weaken (en)
- (μεταβατικό) αδυνατίζω, αποδυναμώνω, εξασθενίζω
The illness weakened his heart.
- Η αρρώστια αδυνάτισε την καρδιά του.
- (αμετάβατο) αδυνατίζω
His resistance weakened.
- Η αντίστασή του αδυνάτισε.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη deteriorate
Πηγές
[επεξεργασία]- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 14. ISBN 9780194325684., λήμμα: αδυνατίζω