εξασθενημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξασθενημένος εξασθενημένη εξασθενημένο
γενική εξασθενημένου εξασθενημένης εξασθενημένου
αιτιατική εξασθενημένο εξασθενημένη εξασθενημένο
κλητική εξασθενημένε εξασθενημένη εξασθενημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξασθενημένοι εξασθενημένες εξασθενημένα
γενική εξασθενημένων εξασθενημένων εξασθενημένων
αιτιατική εξασθενημένους εξασθενημένες εξασθενημένα
κλητική εξασθενημένοι εξασθενημένες εξασθενημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξασθενημένος < εξασθενώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εξασθενημένος, -η, -ο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]