χάνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χάνω < μεσαιωνική ελληνική *χαώνω < ελληνιστική κοινή χαόω - χαῶ < χάος

Open book 01.svg Ρήμα[]

χάνω, παθ. φωνή: χάνομαι, παθ. μτχ.: χαμένος

  1. παύω να έχω κάτι
    έχασε μια περιουσία στο χρηματιστήριο
    1. (για υλικά αντικείμενα) παύω να έχω κάτι και δεν ξέρω πού βρίσκεται
      έχασα ξανά τα κλειδιά, μήπως ξέρεις πού τα άφησα;
    2. (μεταφορικά)
      δεν αξίζει να χάνεις τον ύπνο σου γι' αυτό
      με τον τρόπο που χειρίστηκε την υπόθεση, έχασε την ευκαιρία να καθαρίσει το όνομά του
  2. δεν καταφέρνω να εκτελέσω μια ενέργεια
    'έχασα το τελευταίο επεισόδιο της αγαπημένης μου σειρά στην τηλεόραση
    1. δεν προλαβαίνω κάτι
      άργησε τόσο πολύ που έχασε το τρένο κι αναγκάστηκε να περιμένει το επόμενο
  3. παύω να έχω επαφή με κάποιο πρόσωπο
    1. λόγω τεχνικών προβλημάτων
      κάνει διακοπές το τηλέφωνο και σε χάνω
    2. λόγω μετακίνησης σε μακρινό τόπο, απομόνωσης ή άλλων συνθηκών
      μετά από αυτό το γράμμα που μας έστειλε τον χάσαμε
    3. λόγω θανάτου
      ο φίλος μας έχασε τον πατέρα του
  4. ηττώμαι σε αθλητικό ή άλλο αγώνα, δεν είμαι ο νικητής
    έχασε το κρίσιμο ματς η εθνική και δεν πέρασε στον ημιτελικό
  5. βλέπε και το λήμμα χάνομαι

Εκφράσεις[]

  • χάνω τα ίχνη κάποιου: δεν έχω πια επικοινωνία μαζί του, δεν ξέρω πού βρίσκεται
  • έχασε τη ζωή του: πέθανε
  • χάνω μάθημα
    αυτό το παιδί όλο ψάχνει αφορμή για να χάσει μάθημα

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]