χάσιμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική χάσιμο
γενική χασίματος
αιτιατική χάσιμο
κλητική χάσιμο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάσιμο < χάνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάσιμο ουδέτερο

  1. η απώλεια αντικειμένου, κιλών (σπανίως για πρόσωπα)
    το χάσιμο του εισιτηρίου
  2. η σπατάλη
    Είναι χάσιμο χρόνου. Βρες κάτι καλύτερο να κάνεις.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]