Μετάβαση στο περιεχόμενο

απώλεια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απώλεια οι απώλειες
      γενική της απώλειας των απωλειών
    αιτιατική την απώλεια τις απώλειες
     κλητική απώλεια απώλειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απώλεια < αρχαία ελληνική ἀπόλλυμι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

απώλεια θηλυκό

  1. το να χάσει κάποιος κάτι, το χάσιμο
    παράδειγμα  Η απώλεια ενός αντικειμένου, η απώλεια της ισορροπίας.
  2. ο θάνατος ενός συγγενούς ή γενικότερα ενός σημαντικού ανθρώπου, ο χαμός
    παράδειγμα  Η απώλεια του αγαπητού μας φίλου μάς έχει γεμίσει θλίψη.
      Όταν θνήσκει ο άλλος, θνήσκει και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Θνήσκει το κομμάτι της τρέχουσας καθημερινότητας και ο μελλοντικός εαυτός μας, δηλαδή οι προσδοκίες που είχαμε για όσα θα ζούσαμε μαζί και αυτοί που θα γινόμασταν μαζί, ο ένας για χάρη του άλλου. Γι’ αυτούς τους λόγους με κάθε απώλεια απομένουμε λιγότεροι. (Ο θάνατος του άλλου είναι και δικός μας θάνατος … ,αλλά και περί του νοήματος της ζωής, Απόσπασμα συνέντευξης του Θεοφάνη Τάση στον Γιάννη Πανταζόπουλο, lecturesbureau.gr, 29/8/2018 )
    1. το αποτέλεσμα του θανάτου ενός σημαντικού προσώπου
      παράδειγμα  Ο θάνατος του Χ υπήρξε μεγάλη απώλεια για τα ελληνικά γράμματα.
  3. (στον πληθυντικό) οι νεκροί σε μία πολεμική σύγκρουση
    παράδειγμα  Η μάχη έληξε με μεγάλες απώλειες και για τις δύο πλευρές.
  4. (χρηματιστήριο, στον πληθυντικό) η πτώση της τιμής μιας μετοχής
    παράδειγμα  Η σημερινή συνεδρίαση έκλεισε με μεγάλες απώλειες για τον κλάδο των κατασκευών.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]