απώλεια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | απώλεια | οι | απώλειες |
| γενική | της | απώλειας | των | απωλειών |
| αιτιατική | την | απώλεια | τις | απώλειες |
| κλητική | απώλεια | απώλειες | ||
| Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απώλεια < αρχαία ελληνική ἀπόλλυμι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]απώλεια θηλυκό
- το να χάσει κάποιος κάτι, το χάσιμο
Η απώλεια ενός αντικειμένου, η απώλεια της ισορροπίας.
- ο θάνατος ενός συγγενούς ή γενικότερα ενός σημαντικού ανθρώπου, ο χαμός
Η απώλεια του αγαπητού μας φίλου μάς έχει γεμίσει θλίψη.- ※ Όταν θνήσκει ο άλλος, θνήσκει και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Θνήσκει το κομμάτι της τρέχουσας καθημερινότητας και ο μελλοντικός εαυτός μας, δηλαδή οι προσδοκίες που είχαμε για όσα θα ζούσαμε μαζί και αυτοί που θα γινόμασταν μαζί, ο ένας για χάρη του άλλου. Γι’ αυτούς τους λόγους με κάθε απώλεια απομένουμε λιγότεροι. (Ο θάνατος του άλλου είναι και δικός μας θάνατος … ,αλλά και περί του νοήματος της ζωής, Απόσπασμα συνέντευξης του Θεοφάνη Τάση στον Γιάννη Πανταζόπουλο, lecturesbureau.gr, 29/8/2018 )
- το αποτέλεσμα του θανάτου ενός σημαντικού προσώπου
Ο θάνατος του Χ υπήρξε μεγάλη απώλεια για τα ελληνικά γράμματα.
- (στον πληθυντικό) οι νεκροί σε μία πολεμική σύγκρουση
Η μάχη έληξε με μεγάλες απώλειες και για τις δύο πλευρές.
- (χρηματιστήριο, στον πληθυντικό) η πτώση της τιμής μιας μετοχής
Η σημερινή συνεδρίαση έκλεισε με μεγάλες απώλειες για τον κλάδο των κατασκευών.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- παράπλευρες απώλειες - (διπλωματία) οι απώλειες σε άμαχο πληθυσμό μετά από βομβαρδισμό κατοικημένων περιοχών
Συγγενικά
[επεξεργασία]- απολεσθείς, τα απολεσθέντα, απόλεσα