ισχαιμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ισχαιμία ισχαιμίες
γενική ισχαιμίας ισχαιμιών
αιτιατική ισχαιμία ισχαιμίες
κλητική ισχαιμία ισχαιμίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ισχαιμία < αρχαία ελληνική ἴσχω (εμποδίζω) + αρχαία ελληνική αίμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ισχαιμία θηλυκό

  • Ελάττωση της κυκλοφορίας του αίματος σε ορισμένο μέρος ή όργανο του σώματος.

32πχ Μεταφράσεις[]