επιβάλλω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

{δείτε|ἐπιβάλλω}}

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιβάλλω < (λόγιο) < αρχαία ελληνική ἐπιβάλλω (ρίχνω επάνω) < ἐπί + βάλλω, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική imposer[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.piˈva.lɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επιβάλλω, πρτ.: επέβαλλα, στ.μέλλ.: θα επιβάλω, αόρ.: επέβαλα, παθ.φωνή: επιβάλλομαι, παθ.φωνή:, μτχ.π.π.: επιβεβλημένος

  1. κάνω πραγματικότητα κάτι χρησιμοποιώντας τη βία ή τη θέση ισχύος στην οποία βρίσκομαι, αναγκάζω κάποιον άλλον να πράξει σύμφωνα με τις δικές μου επιθυμίες
    οι αστυνομικές αρχές επιβάλλουν τον νόμο
    τον σεβασμό δεν τον επιβάλλεις, τον κερδίζεις
  2. θεσμοθετώ ή αποφασίζω κάτι που αποτελεί βάρος ή υποχρέωση (πχ φορολογία, πρόστιμα, ποινές)
    η κυβέρνηση επέβαλε νέους φόρους
  3. αναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι το αναγκαίο
    η λογική επιβάλλει να κάνεις μια υποχώρηση

Συλλαβισμός: ε-πι-βάλ-λω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Και λόγιος παθητικός αόριστος γ' ενικό: επεβλήθη, γ' πληθυντικό: επεβλήθησαν
Μετοχή παθητικού παρακειμένου: επιβεβλημένος και σπανιότερα επιβλημένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. επιβάλλω στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.