impose

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

impose (en)

  1. επιβάλλω (εφαρμόζω έχοντας την εξουσία)
    the parliament imposed new taxes
  2. επιβάλλω (σε κάποιον μια συμπεριφορά)
  3. (+ upon/on) γίνομαι σε κάποιον βάρος