make

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

make (en) (αόρ. : made, παθ. μτχ. : made)

  1. φτιάχνω
    mum made a cake for my birthday - η μαμά έφτιαξε γλυκό για τα γενέθλιά μου
    make your bed - φτιάξε (στρώσε) το κρεβάτι σου
  2. κάνω
    I made my objections clear - έκανα ξεκάθαρες τις αντιρρήσεις μου
    this movie made me cry - αυτή η ταινία με έκανε να κλάψω
    a single mistake doesn't make him a bad person - ένα μόνο λάθος δεν τον κάνει κακό άνθρωπο
  3. (για χρήματα) βγάζω, κερδίζω
    I made some money by selling my new novel - έβγαλα μερικά λεφτά πουλώντας το νέο μου μυθιστόρημα
    he made 5 bucks an hour working as a waiter - έβγαζε 5 δολάρια την ώρα δουλεύοντας σερβιτόρος