σχολιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχολιάζω < μεσαιωνική ελληνική σχολιάζω < ελληνιστική κοινή σχόλιον < αρχαία ελληνική σχολή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *seǵhe- / *sǵhē- (έχω, κατέχω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sxɔ.li.ˈa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σχολιάζω

  1. διατυπώνω την άποψή μου για ένα γεγονός, πρόσωπο, κατάσταση κ.λπ. με θετικές ή αρνητικές κρίσεις
    ο καθηγητής σχολιάζει τις εργασίες των μαθητών
  2. (ειδικότερα) κριτικάρω κάτι αρνητικά
    σε σχολιάζουν στη γειτονιά για το προκλητικό σου ντύσιμο
  3. (φιλοσοφία) ερμηνεύω με σχόλια το έργο ενός συγγραφέα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: υπομνηματίζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]