σχολιαστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : σχολιαστείς

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σχολιαστής σχολιαστές
γενική σχολιαστή σχολιαστών
αιτιατική σχολιαστή σχολιαστές
κλητική σχολιαστή σχολιαστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχολιαστής < ελληνιστική κοινή σχολιαστής < σχολιάζω < σχόλιον < σχολή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seǵhe- / *sǵhē- (έχω, κατέχω), (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική commentateur

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sxɔ.li.a.ˈstis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σχολιαστής αρσενικό (θηλυκό: σχολιάστρια)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]