Μετάβαση στο περιεχόμενο

δημοσιογράφος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η δημοσιογράφος οι δημοσιογράφοι
      γενική του/της δημοσιογράφου των δημοσιογράφων
    αιτιατική τον/τη δημοσιογράφο τους/τις δημοσιογράφους
     κλητική δημοσιογράφε δημοσιογράφοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δημοσιογράφος < δημόσι(ος) (< αρχαία ελληνική δημόσιος < δῆμος) + -ο- + -γράφος, απόδοση για τη γαλλική publiciste[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ði.mo.si.oˈɣɾa.fos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δημοσιογράφος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δημοσιογράφος αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό & δημοσιογράφισσα)

  • (επάγγελμα) που έχει ως επάγγελμά του τη δημοσιογραφία
      Παραδείγματα τοπικών παραγόντων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης είναι, μεταξύ άλλων, οι ηγέτες κοινοτήτων που δραστηριοποιούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι μπλόγκερ, οι βλόγκερ, οι δημοσιογράφοι, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι ΜΚΟ, οι εθελοντές και εθελόντριες της κοινότητας .. (Πρόσκληση υποβολής προτάσεων: ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΤΑΙΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΩΣ ΚΕΝΤΡΩΝ EUROPE DIRECT ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (2026-2030) ED-2025-GREECE-FPA-SGA Έκδοση 1.0 01-03-2025 σελ. 10 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις δημόσιος, δήμος και γράφω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]