δημοσιογράφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δημοσιογράφος δημοσιογράφοι
γενική δημοσιογράφου δημοσιογράφων
αιτιατική δημοσιογράφο δημοσιογράφους
κλητική δημοσιογράφε δημοσιογράφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δημοσιογράφος < δημόσιος (< αρχαία ελληνική δημόσιος < δῆμος) + -γράφος < γράφω (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική journaliste)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.mɔ.si.ɔ.ˈɣɾa.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δημοσιογράφος αρσενικό ή θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]