journaliste
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| journaliste | journalistes |
journaliste (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- o/η δημοσιογράφος
| ενικός | πληθυντικός |
| journaliste | journalistes |
journaliste (fr) αρσενικό ή θηλυκό