περιθώριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περιθώριο περιθώρια
γενική περιθωρίου περιθωρίων
αιτιατική περιθώριο περιθώρια
κλητική περιθώριο περιθώρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιθώριο < μεταγενέστερη ελληνική *περιθεώριον < ελληνιστική κοινή περιθεωρέω / περιθεωρῶ < αρχαία ελληνική θεωρέω / θεωρῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περιθώριο ουδέτερο

  1. άγραφο τμήμα γύρω-γύρω σε σελίδα τυπωμένου βιβλίου ή αντίστοιχο τμήμα σελίδας τετραδίου
  2. (κατ’ επέκταση) το διάστημα, η απόσταση, χρονική ή υλική που υπάρχει γύρω από κάτι που θεωρείται κεντρικό και κύριο
  3. (μεταφορικά) η απόκλιση από αυτό που θεωρείται ως κοινωνικό πρότυπο και είναι μερικώς ανεκτή από την κοινωνία

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]