Μετάβαση στο περιεχόμενο

περιθώριο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το περιθώριο τα περιθώρια
      γενική του περιθωρίου
& περιθώριου
των περιθωρίων
    αιτιατική το περιθώριο τα περιθώρια
     κλητική περιθώριο περιθώρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
περιθώριο < ελληνιστική *περιθεώριον < ελληνιστική κοινή περιθεωρέω / περιθεωρῶ < περί + αρχαία ελληνική θεωρέω / θεωρῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική marge)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

περιθώριο ουδέτερο

  1. άγραφο τμήμα γύρω-γύρω σε σελίδα τυπωμένου βιβλίου ή αντίστοιχο τμήμα σελίδας τετραδίου
  2. (κατ’ επέκταση) το διάστημα, η απόσταση, χρονική ή υλική, που υπάρχει γύρω από κάτι που θεωρείται κεντρικό και κύριο
      Ο προσδιορισμός των «λόγων δημοσίας τάξης» που μπορούν να εμποδίζουν την επιστροφή ενός απελαθέντος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου για την λήψη της σχετικής απόφασης οργάνου, στο οποίο οφείλει να αναγνωρισθεί καταρχήν ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης. (Ιωάννης Ν. Ανδρουλάκης, Η εκτέλεση της δικαστικής απέλασης και η άρση των συνεπειών της, εκδ. Πατάκης, 2017, σελ. 209)
  3. (μεταφορικά) η απόκλιση από αυτό που θεωρείται ως κοινωνικό πρότυπο και είναι μερικώς ανεκτή από την κοινωνία

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]