σχολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : σχόλη

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σχολή σχολές
γενική σχολής σχολών
αιτιατική σχολή σχολές
κλητική σχολή σχολές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σχολή < αρχαία ελληνική σχολή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σχολή θηλυκό

  1. εκπαιδευτικός οργανισμός που παρέχει ανώτερες σπουδές
  2. σύστημα φιλοσοφικό, πνευματικό ή καλλιτεχνική τεχνοτροπία
    • (συνεκδοχικά) το σύνολο των οπαδών ή των μαθητών αυτού του συστήματος


32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σχολή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σχολή θηλυκό

  1. απραξία, αργία, ανάπαυση
  2. τεμπελιά
  3. ο χρόνος της ανάπαυσης που χρησιμοποιείται με τρόπο πνευματικά ωφέλιμο

Εκφράσεις[]