κλάδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κλάδος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κλάδος οι κλάδοι
      γενική του κλάδου των κλάδων
    αιτιατική τον κλάδο τους κλάδους
     κλητική κλάδε κλάδοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλάδος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική κλάδος < κλάω. Για τις νεότερες επιστημονικές σημασίες, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική branche

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkla.ðos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κλά‐δος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλάδος αρσενικό

  1. (βοτανική) κλαδί
     συνώνυμα: κλωνάρι
  2. (καθομιλουμένη) αυτόνομο τμήμα ενός συνόλου
  3. (κοινωνιολογία) σύνολο επαγγελματιών με συναφές αντικείμενο εργασίας
  4. (πληροφορική) branch:
    1. (σε εκτελέσιμο κώδικα) η ομάδα εντολών (block) που εκτελείται μετά από μία υποθετική εντολή (conditional statement)
    2. (σε σύστημα ελέγχου εκδόσεων) η αποκοπή πηγαίου κώδικα για περαιτέρω ανάπτυξη χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να παρεισφρήσουν λάθη στο δοκιμασμένο, αξιόπιστο και ενδεχομένως σε λειτουργία συνολικό λογισμικό
     συνώνυμα: διακλάδωση
Στην υποθετική εντολή IF, αν η συνθήκη A είναι αληθής (true) εκτελείται ο κλάδος κώδικα B, αλλιώς ο C

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]