κλάδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κλάδος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κλάδος οι κλάδοι
      γενική του κλάδου των κλάδων
    αιτιατική τον κλάδο τους κλάδους
     κλητική κλάδε κλάδοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλάδος < (λόγιο) αρχαία ελληνική κλάδος. Για τις νεώτερες επιστημονικές σημασίες, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική branche

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkla.ðɔs/
συλλαβισμός: κλά‐δος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλάδος αρσενικό

  1. (βοτανική) κλαδί
     συνώνυμα: κλωνάρι
  2. (καθομιλουμένη) αυτόνομο τμήμα ενός συνόλου
  3. (κοινωνιολογία) σύνολο επαγγελματιών με συναφές αντικείμενο εργασίας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]