κλαδεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλαδεύω < ελληνιστική κοινή κλαδεύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κλαδεύω (παθητική φωνή: κλαδεύομαι)

  1. κόβω τα κλαδιά από κάποιο φυτό για καλλωπισμό ή για να βοηθήσω την ανάπτυξή του
  2. (μεταφορικά) (αθλητισμός) κλοτσάω βίαια τα πόδια αντίπαλου παίκτη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]