αποκόπτω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκόπτω < αρχαία ελληνική ἀποκόπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποκόπτω (παθητική φωνή: αποκόπτομαι)

  1. κόβω κάτι χωρίζοντάς το απ’ το υπόλοιπο τμήμα
  2. (μεταφορικά) χωρίζω, αποχωρίζω
  3. (παθητικό) αποκόπτομαι: υφίσταμαι αποκοπή

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]