sever

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsɛv.ɚ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

sever (en)

  1. κόβω, αποκόπτω
  2. ξεκόβω, διακόπτω
    After he graduated, he severed all links to his family.
  3. διαχωρίζω, διακρίνω



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sever (sr)


Σλοβακικά (sk) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

sever < πρωτοσλαβική sěverъ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sever (sk) αρσενικό (πληθυντικός severy)

  1. ο βορράς
    na sever - προς τα βόρεια
    na severe - στον βορρά
    na sever od Ontária - (προχωρώντας) βόρεια από το Οντάριο

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]


Σλοβενικά (sl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

sever < πρωτοσλαβική sěverъ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sever (sl)

  1. ο βορράς


Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

sever < πρωτοσλαβική sěverъ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sever (en) αρσενικό

  1. ο βορράς

Αντώνυμα[επεξεργασία]