amputer

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

amputer < λατινική amputare, κλαδεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɑ̃.py.te/
amputer 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

amputer (fr)

  1. ακρωτηριάζω, αποκόπτω
    Il a été amputé d'une jambe. Του έκοψαν το πόδι.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: mutiler
  2. κόβω, αφαιρώ
    On a amputé le film des scènes les plus violentes. Αφαίρεσαν τις πιο βίαιες σκηνές του έργου.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: couper, diminuer, enlever

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]