αυτόνομος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αυτόνομος αυτόνομη αυτόνομο
γενική αυτόνομου αυτόνομης αυτόνομου
αιτιατική αυτόνομο αυτόνομη αυτόνομο
κλητική αυτόνομε αυτόνομη αυτόνομο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτόνομοι αυτόνομες αυτόνομα
γενική αυτόνομων αυτόνομων αυτόνομων
αιτιατική αυτόνομους αυτόνομες αυτόνομα
κλητική αυτόνομοι αυτόνομες αυτόνομα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτόνομος < αρχαία ελληνική αὐτόνομος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτόνομος

  1. που βρίσκεται σε καθεστώς αυτονομίας, που καθορίζει μόνος του τους νόμους
  2. (μεταφορικά) ανεξάρτητος, που δεν εξαρτάται από κάποιον άλλον για να λειτουργήσει
    ευτυχώς έχουμε αυτόνομη θέρμανση και μπορούμε να κανονίζουμε, σύμφωνα με τα οικονομικά μας πότε θα την ανάβουμε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]