στολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η στολή οι στολές
      γενική της στολής των στολών
    αιτιατική τη στολή τις στολές
     κλητική στολή στολές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στολή < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στολή θηλυκό

  1. το σύνολο των ενδυμάτων με εμβληματικό χαρακτήρα που φέρουν προς διάκριση συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, όπως σώματα ασφαλείας, ιατρικό προσωπικό, ιερείς

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στολή < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στολή θηλυκό

  1. τα εφόδια του στόλου
  2. στολή