Μετάβαση στο περιεχόμενο

στολή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η στολή οι στολές
      γενική της στολής των στολών
    αιτιατική τη στολή τις στολές
     κλητική στολή στολές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στολή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στολή (εξάρτυση με ιματισμό)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /stoˈli/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στολή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στολή θηλυκό

  • (ενδυμασία) το σύνολο των ενδυμάτων με εμβληματικό χαρακτήρα που φέρουν προς διάκριση συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, όπως σώματα ασφαλείας, ιατρικό προσωπικό, ιερείς
    παράδειγμα  αποκριάτικη στολή, στρατιωτική στολή

Υπερώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

(Χρειάζεται επεξεργασία)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική στολή αἱ στολαί
      γενική τῆς στολῆς τῶν στολῶν
      δοτική τῇ στολ ταῖς στολαῖς
    αιτιατική τὴν στολήν τὰς στολᾱ́ς
     κλητική ! στολή στολαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  στολᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  στολαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στολή, ήδη τον 7ο αιώνα στη Σαπφώ < μεταπτωτική βαθμίδα στολ- θέματος που απαντά και στο στέλλω [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στολή, -;hw θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος) εξάρτυση στρατιωτική, ιματισμός, εξοπλισμός, τα εφόδια του στόλου
  2. (ενδυμασία) στολή
    (ελληνιστική κοινή, για την στολή του Μεγάλου Αλεξάνδρου) «στολὴ βασιλική» βασιλική στολή
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Ἀλέξανδρος, 73.7
    ἀποδυσαμένου δ᾽ ‹αὐτοῦ› πρὸς ἄλειμμα καὶ σφαῖραν [αὐτοῦ] παίζοντος, τῶν νεανίσκων οἱ ‹συ›σφαιρίζοντες, ὡς ἔδει πάλιν λαβεῖν τὰ ἱμάτια, καθορῶσιν ἄνθρωπον ἐν τῷ θρόνῳ καθεζόμενον σιωπῇ, τὸ διάδημα καὶ τὴν στολὴν τὴν βασιλικὴν περικείμενον.
    εξάλλου, όταν ξεντύθηκε για να αλειφθεί και έπαιζε σφαίρα, καθώς ήταν η ώρα να πάρει πάλι τα ρούχα του, οι νεαροί συμπαίκτες του είδαν να κάθεται σιωπηλός στον θρόνο ένας άνθρωπος με το διάδημα και τη βασιλική στολή.
    Μετάφραση (2012): Γιαγκόπουλος, Α.Ι., Ζ.Ε. Μαλαθούνη. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. @greeklanguage.gr
     συνώνυμα: ἐσθὴς βασιλική
  3. (Χρειάζεται επεξεργασία)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.