μελέτη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μελέτη μελέτες
γενική μελέτης μελετών
αιτιατική μελέτη μελέτες
κλητική μελέτη μελέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελέτη < αρχαία ελληνική μελέτη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ.ˈlɛ.ti/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μελέτη θηλυκό

  1. η πνευματική ενασχόληση με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο γνώσης
    η μελέτη του ουράνιου τόξου
  2. (συνεκδοχικά) το πόρισμα μιας έρευνας
    κατάφερε να δημοσιεύσει τη μελέτη του για το ουράνιο τόξο
  3. προσεκτικό και συστηματικό διάβασμα με στόχο την εκμάθηση ή στην κατανόηση ενός αντικειμένου
    έχει αφοσιωθεί στη μελέτη για το αυριανό διαγώνισμα
  4. (ειδικότερα) ο σχεδιασμός και οι επιστημονικές έρευνες πριν εκτελεστεί μια εργασία
    μελέτη για την κατασκευή θερμοκηπίου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελέτη < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μελέτη θηλυκό

  1. φροντίδα
  2. περιποίηση
  3. άσκηση, εξάσκηση