μελέτη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μελέτη | οι | μελέτες |
| γενική | της | μελέτης | των | μελετών |
| αιτιατική | τη | μελέτη | τις | μελέτες |
| κλητική | μελέτη | μελέτες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μελέτη < αρχαία ελληνική μελέτη
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μελέτη θηλυκό
- η πνευματική ενασχόληση με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο γνώσης
- ※ ἡ παπυρολογία, ἡ ἐπιγραφική, ἡ διπλωματική, ἡ νομισματική· ἂς προσεχθεῖ ὡστόσο ὅτι ὑπάρχει σχετική διαφοροποίηση τῶν γραφῶν τῶν ὡς ἄνω ἐπιστημῶν, ἡ ὁποία σχετίζεται μὲ αὐτὸ καθ' αὐτὸ τὸ ὑλικὸ γραφῆς, εἰδικότερα: Ἡ παπυρολογία ἔχει ὡς ἀντικείμενο τὴν μελέτη (ἀνάγνωση , προσδιορισμό χρόνου καὶ τόπου γραφῆς, ἔκδοση) τῶν χιλιάδων παπύρων, οἱ ὁποῖοι βρέθηκαν στὸ τέλος, κυρίως, τοῦ 19ου καὶ στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνος (Γεώργιος Κ. Παπάζογλου, Βυζαντινή βιβλιολογία: Εισαγωγή στην Ελληνική παλαιογραφία και κωδικολογία, 2009, σελ. 117)
- (συνεκδοχικά) το πόρισμα μιας έρευνας
κατάφερε να δημοσιεύσει τη μελέτη του για το ουράνιο τόξο- ※ Αφετέρου, είναι η αποτύπωση της διανοητικής πορείας που οδήγησε τον Δημητράκο να απορρίψει τον μαρξισμό και να στραφεί προς τον φιλελευθερισμό καθώς, όπως συμπέρανε στην πορεία της μελέτης του, ο φιλόδοξος γκραμσιανός στόχος της ανανέωσης του μαρξισμού και της μετατροπής του σε ανοιχτό σύστημα όπου θα κυριαρχεί η κριτική και ορθολογική στάση είναι εγγενώς μη επιτεύξιμος. (Γεώργιος Αρχόντας, Ο μαρξισμός ως ανοιχτός κύκλος. Δημήτρης Δημητράκος, Ηγεμονία και Λόγος. Ο Αντόνιο Γκράμσι και το πρόβλημα της κατάκτησης της εξουσίας, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2021, booksjournal.gr, 18/10/2021 )
- προσεκτικό και συστηματικό διάβασμα με στόχο την εκμάθηση ή στην κατανόηση ενός αντικειμένου
έχει αφοσιωθεί στη μελέτη για το αυριανό διαγώνισμα
- (ειδικότερα) ο σχεδιασμός και οι επιστημονικές έρευνες πριν εκτελεστεί μια εργασία
- μελέτη για την κατασκευή θερμοκηπίου
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μελέτη
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]μελέτη < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μελέτη θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- μελέτη - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μελέτη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)