διατριβή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διατριβή < αρχαία ελληνική διατριβή < διατρίβω < διά + τρίβω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διατριβή θηλυκό
- μελέτη που μελετά με επιστημονικό τρόπο κάποιο θέμα και που την υποβάλλουν σε κάποιο πανεπιστήμιο για να αποκτήσουν πανεπιστημιακό τίτλο (καθηγητή, διδάκτορα κ.λπ.)
- Η διδακτορική του διατριβή «Μορφή και εξέλιξη της αθηναϊκής ιδεολογίας της ισχύος στον Θουκυδίδη» είναι μία πολιτική ανάγνωση του μεγάλου ιστορικού της αρχαιότητας. Η διατριβή του επί υφηγεσία παρέμεινε στο αυστηρό ερμηνευτικό πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας: «Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος και η ερμηνεία του Ομήρου στην αρχαιότητα». (*)
- Ο Καρλ Τεοντόρ τσου Γκούντεμπεργκ κατηγορείται για λογοκλοπή κατά τη σύνταξη της διδακτορικής διατριβής του, και μάλιστα εκτεταμένη. Χθες ο ίδιος ανακοίνωσε ότι «απαρνείται» προσωρινά τον τίτλο του δόκτορος «μέχρι να ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του Πανεπιστημίου του Μπαϊρόιτ». (*)
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | διατριβή | αἱ | διατριβαί |
| γενική | τῆς | διατριβῆς | τῶν | διατριβῶν |
| δοτική | τῇ | διατριβῇ | ταῖς | διατριβαῖς |
| αιτιατική | τὴν | διατριβήν | τὰς | διατριβᾱ́ς |
| κλητική ὦ! | διατριβή | διατριβαί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | διατριβᾱ́ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | διατριβαῖν | ||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διατριβή, -ῆς θηλυκό
- τρόπος ζωής, τρόπος που περνά κανείς τον καιρό του
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στίχ. 1055
- Εἶτ᾿ ἐν ἀγορᾷ τὴν διατριβὴν ψέγεις, ἐγὼ δ᾿ ἐπαινῶ.
- χάσιμο χρόνου
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Ε, 82
- καὶ ὕστερον ἐλθόντων πρέσβεων ἀπό τε τῶν ἐν τῇ πόλει [ἀγγέλων] καὶ τῶν ἔξω Ἀργείων, παρόντων τε τῶν ξυμμάχων καὶ ῥηθέντων πολλῶν ἀφ’ ἑκατέρων ἔγνωσαν μὲν ἀδικεῖν τοὺς ἐν τῇ πόλει, καὶ ἔδοξεν αὐτοῖς στρατεύειν ἐς Ἄργος, διατριβαὶ δὲ καὶ μελλήσεις ἐγίγνοντο.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Ε, 82
- διασκέδαση, τέρψη
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Πλοῦτος, στίχ. 923
- ἀλλὰ προβατίου βίον λέγεις, // εἰ μὴ φανεῖται διατριβή τις τῷ βίῳ.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Πλοῦτος, στίχ. 923
- σπουδαία απασχόληση, μελέτη
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στίχ. 1055
- τόπος συναντήσεως, εντευκτήριο
- (ρητορική) αφορμή για επιμονή σ' ένα ζήτημα
- συνέχεια, διάρκεια
- συνουσία, σαρκική επαφή
Πηγές
[επεξεργασία]- διατριβή - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- διατριβή - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Θουκυδίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Ρητορική (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)