υφηγεσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υφηγεσία οι υφηγεσίες
      γενική της υφηγεσίας των υφηγεσιών
    αιτιατική την υφηγεσία τις υφηγεσίες
     κλητική υφηγεσία υφηγεσίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υφηγεσία < υφηγητής + -εσία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υφηγεσία θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]