study

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
study studies

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

study (en)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας study
γ΄ ενικό ενεστώτα studies
αόριστος studied
παθητική μετοχή studied
ενεργητική μετοχή studying

study (en)