σχολαρχείο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σχολαρχείο < σχολάρχ(ης) + -είο
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sxo.laɾˈçi.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σχο‐λαρ‐χεί‐ο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σχολαρχείο ουδέτερο
- παλιότερος τύπος σχολείου που κάλυπτε τις δύο τελευταίες τάξεις του σημερινού δημοτικού και την πρώτη τάξη του σημερινού γυμνασίου
- ※ Στα δεκαεπτά της ήταν απόφοιτος σχολαρχείου. Με τη μόρφωση αυτή, που ήταν σπάνιο εφόδιο για ένα κορίτσι της εποχής, δούλεψε ως οικοδιδασκάλισσα για αρκετά χρόνια στο σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας της Μακεδονίας. Ενώ, ταυτόχρονα, μάζευε χρήματα για την προίκα της. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκη, 2014)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σχολαρχείο
|
|