Μετάβαση στο περιεχόμενο

δημοτικό

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δημοτικό τα δημοτικά
      γενική του δημοτικού των δημοτικών
    αιτιατική το δημοτικό τα δημοτικά
     κλητική δημοτικό δημοτικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Δημοτικό σχολείο και νηπιαγωγείο, Βριά, Κατερίνα, 2007
Κοπέλες με παραδοσιακή φορεσιά χορεύουν δημοτικό τραγούδι, Θάσος, 1958

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δημοτικό < από το επίθετο δημοτικός < δήμος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δημοτικό ουδέτερο

  1. το δημοτικό σχολείο, το σχολείο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στο οποίο φοιτούν παιδιά ηλικίας 6-12 ετών
      Είπαμε ότι εξωτερικά δε μοιάζουμε. Αν καθίσω όμως να γράψω σε πόσα πράγματα μοιάζουμε, δε θα μας φτάσουν οοόλες οι σελίδες από εκατοντάφυλλο τετράδιο – που ακόμη δεν έχω , γιατί πάω στην Δ΄ δημοτικού, αλλά τα βλέπω στο βιβλιοπωλείο και πολύ μου αρέσουν. Για να μην ξοδεύω τις σελίδες του εικοσάφυλλού μου λοιπόν, ορίστε μερικά μονάχα από τα πολλά που αρέσουν και στους δυο μας. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. συγκεκριμένη δημοτική μουσική σύνθεση (σχεδόν πάντα έχει και στίχους)
      Η νεολαία της εποχής περιφρονεί το δημοτικό τραγούδι γιατί το θεωρεί συντηρητικό και το ταυτίζει με την πολιτική προπαγάνδα της εποχής. Τότε ο Σαββόπουλος αναλαμβάνει να της αποδείξει ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι, και ότι το δημοτικό τραγούδι «είναι πρωτοκλασάτη μουσική και υψηλή ποίηση που προέρχεται από τα εσώτερα του ελληνικού λαού» («Born in Salonica» του Γιώργου Πισσαλίδη, περιοδικό «Folk Roots», τεύχος 150, Δεκέμβριος 1994). (Ο Σαββόπουλος και το δημοτικό τραγούδι, 16/12/2009,e-grammes.gr )

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

δημοτικό