εκπαίδευση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | εκπαίδευση | οι | εκπαιδεύσεις |
| γενική | της | εκπαίδευσης* | των | εκπαιδεύσεων |
| αιτιατική | την | εκπαίδευση | τις | εκπαιδεύσεις |
| κλητική | εκπαίδευση | εκπαιδεύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, εκπαιδεύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ekˈpe.ðef.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : εκ‐παί‐δευ‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εκπαίδευση θηλυκό
- η διαδικασία μετάδοσης γνώσης και εμπειρίας καθώς και η καλλιέργεια και ανάπτυξη των δεξιοτήτων και ικανοτήτων ενός ατόμου σε σχολεία ή με άλλους τρόπους, προκειμένου να καταστεί ικανό στις επαγγελματικές και άλλες μετέπειτα υποχρεώσεις του
- συστημική και συστηματική διδασκαλία
Συγγενικά
[επεξεργασία]- εκπαιδευόμενος
- εκπαιδευτήριο
- εκπαιδευτής
- εκπαιδευτικός
- εκπαιδευτήριο
- → δείτε τις λέξεις εκπαιδεύω, παιδεύω και παιδί
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- εκπαίδευση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- εκπαίδευση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)