educazione

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

educazione λατινική < e + ducere

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

educazione (it) θηλυκό

  1. εκπαίδευση
  2. παιδεία